Σοφόρα (Sophora)




Οικογένεια: Ψυχανθή ή Παπιλιονίδες (Papilionaceae)
Γένος που περιλαμβάνει 50 είδη δεντρωδών ή θαμνωδών φυτών, τα οποία μπορεί να είναι ανθεκτικά ή ευαίσθητα, αειθαλή ή φυλλοβόλα και, μερικές φορές, αγκαθωτά.  Τα φύλλα τους, εναλλασσόμενα και περιττόληκτα φτερωτά, μερικές φορές φέρουν δύο μικρά παράφυλλα, που σχηματίζονται συνήθως από δύο αντίθετα φυλλάρια.  Τα λουλούδια εμφανίζονται ενωμένα σε επάκριες ή μασχαλιαίες βοτρυοειδείς ή φοβοειδείς ταξιανθίες, που συχνά περιβάλλονται από βράκτεια.  Οι κάλυκες των λουλουδιών έχουν σχήμα καμπανούλας ή μικρού κύπελλου.  Οι καρποί είναι λοβοί, μάλλον επιμήκεις, χοντροί και σαρκώδεις.  Σε ορισμένα είδη οι λαβοί φέρουν στενώσεις, που τους υποδιαιρούν σε άρθρα, τα οποία μερικές φορές είναι εφοδιασμένα με πτερύγια.

Είδη και ποικιλίες
Σοφόρα η ιαπωνική (sophora japonica). Pagoda Tree. Το είδος αυτό, που κατάγεται από την Κίνα, την Κορέα και την Ιαπωνία, ήρθε στην Ευρώπη κατά τον 8ο αιώνα.  Πρόκειται για δέντρο ύψους 6-12 μ. (μπορεί να φτάσει και τα 25 μ.) με πλατιά και πυκνή στρογγυλή «κόμη» (διαμέτρου 5-10 μ.).  Ο κορμός του, κυλινδρικός και ευθύς, περιβάλλεται από φλοιό με αβαθείς, επιμήκεις ρωγμές.  Τα φύλλα είναι περιττόληκτα φτερωτά και αποτελούνται από 9 ή 13 ωοειδή φυλλάρια, λεία και ζωηρά πράσινα στην επάνω επιφάνεια και στην κάτω γλαυκά και ελαφρώς χνουδωτά.  Μοιάζουν πολύ με τα φύλλα της ροβινίας (ψευδακακίας) μόνο που δεν έχουν αγκάθια.  Το καλοκαίρι παρουσιάζει λευκά – υποκίτρινα λουλούδια, ενωμένα σε αραιές κρεμασμένες βοτρυοειδείς ταξιανθίες.  Κατά το φθινόπωρο παράγει πράσινους σαρκώδεις λοβούς, που περιέχουν 1-5 νεφροειδείς σπόρους.  Από το είδος αυτό έχουν δημιουργηθεί και ποικιλίες με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά (κλαίουσες) και ποικιλίες με φύλλα διάστικτα με λευκές κηλίδες.
Σοφόρα η μικρόφυλλος (sophora microphylla).  Γνωστή και σαν Σοφόρα η τετράπτερος μικρόφυλλος (S. tetraptera microphylla), το είδος αυτό κατάγεται από τη Νέα Ζηλανδία και αναπτύσσεται σε ύψος 2-3 μ.  Πρόκειται για θάμνο ή μικρό δέντρο με λεπτά, γωνιώδη κλαδιά και περιττόληκτα φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από πολυάριθμα, μικρά, ωοειδή φυλλάρια.  Τα λουλούδια του έχουν κίτρινο χρώμα και εμφανίζονται ενωμένα σε κρεμάμενες, βοτρυοειδείς ταξιανθίες.  Ανθίζει κατά τον Απρίλιο – Μάιο.  Οι λοβοί υποδιαιρούνται σε άρθρα, από τα οποία το καθένα είναι εφοδιαμένο με πτερύγια.
Σοφόρα η χνοώδης (Sophora pubescens).  Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών βοτανολόγων, το είδος αυτό είναι ποικιλία της Σοφόρας της ιαπωνικής.  Πρόκειται για δέντρο με στρογγυλή «κόμη» και όρθια κλαδιά.  Τα λουλούδια του έχουν λευκορόδινο χρώμα, έντονο βιολετί στην ποικιλία “Violaceae” και εμφανίζονται ενωμένα σε μεγάλες φόβες.
Σοφόρα η δευτερανθής (sophora secundiflora).  Αειθαλές είδος που κατάγεται από το Μεξικό.  Έχει χαρακτηριστικά δερματώδη φύλλα και βιολετιά λουλούδια, ενωμένα σε επάκριες φόβες.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι σοφόρες φυτεύονται κατά τον Μάρτιο – Απρίλιο σε καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη και σε μέρη προσήλια και προφυλαγμένα.  Το είδος Σοφόρα η ιαπωνική (S. japonica) που είναι και το πιο διαδομένο, ευδοκιμεί σε γόνιμα, βαθιά και ελαφρά ασβεστώδη εδάφη, αλλά όχι σε αργιλώδη.

Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο κατά τον Μάρτιο – Απρίλιο σε κασόνια ή σε ψυχρό θερμοκήπιο.  Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται ένα-ένα σε γλάστρες και στη συνέχεια σε φυτώρια, όπου και παραμένουν για 2-3 χρόνια πριν να φυτευθούν στην οριστική τους θέση.


Λαβούρνο (Laburnum)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012 0 σχόλια
Οικογένεια: Ψυχανθή ή Παπιλιονίδες (Papilionaceae).
Αγγλιστί (Golden Chain, Bean - Tree) , Γερμανιστί ( Goldregen).

Γένος που περιλαμβάνει 6 είδη ανθεκτικών και φυλλοβόλων δέντρων ή θάμνων, που ανθίζουν τον Μάιο – Ιούνιο και είναι κατάλληλα για μικρούς κήπους.  Δυστυχώς, όλα τα μέρη τους είναι δηλητηριώδη, και κυρίως οι σπόροι που περιέχονται στις μικρές ράγες τους, γι’ αυτό πρέπει να συλλέγονται και να καίγονται αμέσως μόλις σχηματιστούν.
Χαρακτηριστικά σε όλα τα είδη είναι τα λουλούδια τους, τα οποία έχουν κίτρινο χρώμα και σχήμα ψυχής (ψυχανθή) και σχηματίζουν πυκνές, κρεμάμενες και επιμήκεις βοτρυοειδείς ταξιανθίες.

Είδη και ποικιλίες
Λαβούρνο το αλπικό (Laburnum alpinum).  Δενδρύλλιο με απλωτή «κόμη» και στιλπνά φύλλα με ωραίο, βαθυπράσινο χρώμα.  Πρόκειται για φυτό που αντέχει αρκετά στην ξηρασία και μπορεί να φτάσει σε ύψος 5 μ.  Σ’ αυτό υπάγονται οι ποικιλίες «Κλαίουσα» (“Pendulum”), με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά, και αψιδωτή «κόμη» και η «Πυραμιδοειδής» (“Pyramidelis”) με συμπαγή και όρθια βλάστηση.
Λαβούρνο το αναγυροειδές (Laburnum anagyroides).  Λέγεται και Λαβούρνο το κοινό (L. vulgare). Σ΄ αυτό το είδος πιθανόν να αναφέρεται ο Θεόφραστος με το όνομα Εβένην κύτισος ( Cytisus Laburnum), ( φυτών ιστορία 4,4,6 και 5,3,1) σύμφωνα με τον Δημ. Σ. Καββάδα  Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν τόμος V, σελίς 2240  Πρόκειται για μικρό θάμνο, που φτάνει σε ύψος 4-5 μ. και παρουσιάζει βοτρυοειδείς ταξιανθίες, μήκους 20 περίπου εκατ.  Ποικιλίες είναι η «Χρυσή (“Aureum”) με χρυσαφένιο φύλλωμα, η «Φθινοπωρινή» (“Autumnale”) με πολύ σκούρα πράσινα φύλλα και βοτρυοειδείς ταξιανθίες μήκους 35 εκατ., η «Κλαίουσα» (“Peudulum”) με εμφάνιση «κλαίουσας» και τέλος η «Δρυόφυλλος» (“Quercifolium”) με φύλλωμα όμοιο με της βελανιδιάς.
Υβρίδιο Labrnum x watereri.  Αποτελεί διασταύρωση μεταξύ των ειδών Λαβούρνο το αλπικό (L. alpinum) και Λαβούρνο το αναγυροειδές (L. anagyroides).  Έχει μικρά, στιλπνά φύλλα και κίτρινα λουλούδια, που σχηματίζουν λεπτές βοτρυοειδείς ταξιανθίες, μήκους 30 εκατ.  Σ’ αυτό υπάγονται οι ποικιλίες «Κλαίουσα του Alfords» (“Alfords woeping”) με απλωτή, αψιδωτή «κόμη» και η “Vossii” γνωστή και σαν υβρίδιο Laburnum x vossii, που έχει πλούσια ανθοφορία μ’ εξαιρετικά μακριούς βότρεις.

Τεχνική της καλλιέρεγειας
Το λαβούρνο είναι φυτό εύκολης καλλιέργειας, γιατί ευδοκιμεί σε οποιοδήποτε έδαφος κήπου και σε μέρη προσήλια ή ημισκιαζόμενα.  Η καλύτερη εποχή για το φύτεμα είναι η περίοδος Οκτωβρίου – Νοεμβρίου ή Μαρτίου – Απριλίου.  Κατά την πρώτη περίοδο, μετά τη φύτευση, τα νεαρά δέντρα χρειάζονται υποστηρίγματα.

Πολλαπλασιασμός
Και τα δύο είδη πολλαπλασιάζονται με σπόρο, κατά τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο.  Η σπορά γίνεται σε γλάστρες, που τοποθετούνται έπειτα σε κρύο κασόνι.  Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται αργότερα σε τελάρα και στη συνέχεια σε φυτώρια.  Το επόμενο φθινόπωρο φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Τα υβρίδια και οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό κατά τον Μάρτιο.  Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται τα είδη Λαβούρνο το αλπικό (L. alpinum) και Λαβούρνο το αναγυροειδές (L. anagyroides).

| Σύνδεσμοι σε αυτήν την

Σχόλια