ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΝΑΤΟΥΡΑ



To Άρθρο 3 της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ προβλέπει τη δημιουργία ενός «συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών διατήρησης», που είναι πλέον γνωστό διεθνώς σαν Δίκτυο NATURA 2000. Στο ίδιο άρθρο γίνεται λόγος για τον έλεγχο των επιπτώσεων της οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών του δικτύου. Το Άρθρο 6 αναφέρεται στη διατήρηση και αποκατάσταση των περιοχών του δικτύου, ενώ στο Άρθρο 10 θεσμοθετείται η προστασία των κύριων χαρακτηριστικών των τόπων που λειτουργούν ως διάδρομοι μεταξύ των περιοχών του δικτύου. Σύμφωνα με το αρχικό σκεπτικό το δίκτυο αυτό αναμένεται να ολοκληρωθεί σε τρεις φάσεις:

· 1η Φάση (1994-96):

Κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης καταγράφηκαν οι περιοχές και σε κάθε μια από αυτές υποδείχθηκαν οι συγκεκριμένοι τύποι οικοτόπων με την έκταση που καταλαμβάνουν (εντός της περιοχής), καθώς και τα συγκεκριμένα είδη χλωρίδας και πανίδας που αναφέρονται στα Παραρτήματα Ι και ΙΙ, με τα πληθυσμιακά δεδομένα τους. Οι τόπο αυτοί αξιολογήθηκαν σε εθνικό επίπεδο με βάση τα κριτήρια του Παραρτήματος ΙΙΙ της Οδηγίας, ως προς τη σχετική σημασία τους για κάθε τύπο οικότοπου και είδος.

· 2η Φάση (1996 – σήμερα):

Βασικός στόχος της φάσης αυτής, που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, είναι η δημιουργία ενός Καταλόγου Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ, List of Sites of Community Importance ή αλλιώς pSCIs). Στη συνέχεια και με τη συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με μια διαδικασία αξιολόγησης σε επιστημονικά βιογεωγραφικά σεμινάρια, θα οριστεί ο τελικός κατάλογος περιοχών του δικτύου. Οι περιοχές αυτές θα πρέπει να χαρακτηρισθούν από τα κράτη – μέλη ως Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ, Special Areas for Conservation ή αλλιώς SACs) το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 6 ετών (σύμφωνα με τα κριτήρια του Παραρτήματος ΙΙΙ της Οδηγίας). Σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Οδηγίας, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώσει ότι ένας τόπος στον οποίο υπάρχει οικότοπος ή είδος προτεραιότητας δεν έχει συμπεριληφθεί στον αντίστοιχο εθνικό κατάλογο, ενώ φαίνεται απαραίτητη η διατήρηση του, τότε κινεί μια ειδική διαδικασία για την ένταξη του. Επίσης, σε περίπτωση που οι τόποι του καταλόγου αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεγαλύτερο του 5% του εθνικού εδάφους της χώρας, το κράτος – μέλος μπορεί να ζητήσει ελαστικότερη εφαρμογή των κριτηρίων.


· 3η Φάση:

Η τελευταία φάση της διαδικασίας περιλαμβάνει τον χαρακτηρισμό από τα κράτη – μέλη των Τόπων Κοινοτικής Σημασίας σαν Ειδικές Ζώνες Διατήρησης, καθώς και τον καθορισμό των δράσεων προτεραιότητας για τη διατήρηση ή αποκατάσταση των αναφερόμενων στα παραρτήματα τύπων οικοτόπων και των ειδών που υπάρχουν σε αυτές.

Διαδικασία κατάρτισης Εθνικού Καταλόγου για την Ελλάδα

Για την υλοποίηση της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (1η φάση), ανατέθηκε αρχικά στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας το Πρόγραμμα LIFE με τίτλο «Καταγραφή, Αναγνώριση, Χαρτογράφηση και Εκτίμηση των Τύπων Οικοτόπων και των Ειδών Χλωρίδας και Πανίδας των Παραρτημάτων Ι και II της Οδηγίας». Η διεκπεραίωση του προγράμματος αυτού πραγματοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) σε συνεργασία με τα Τμήματα Βιολογίας των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πατρών και Κρήτης, ενώ τα Υπουργεία ΠΕΧΩΔΕ και Γεωργίας συνεισέφεραν το 25% του προγράμματος και επέβλεψαν την εξέλιξη του. Τα αποτελέσματα εστάλησαν κατευθείαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Μάρτιο του 1996.

Συνολικά καταγράφηκαν 110 τύποι οικοτόπων (26 προτεραιότητας) του Παραρτήματος Ι, 39 είδη φυτών (26 προτεραιότητας) και 76 είδη ζώων (10 προτεραιότητας) του Παραρτήματος II, που απαντώνται στην Ελλάδα. Κατόπιν δημιουργήθηκε ένας κατάλογος 296 περιοχών (συνολικής έκτασης περίπου 30.000.000 στρεμμάτων), που περιείχαν τύπους οικοτόπων και είδη της Οδηγίας, μετά από αξιολόγηση σύμφωνα με τα κριτήρια του Παραρτήματος III. Ο κατάλογος αυτών των περιοχών, γνωστός και ως «Επιστημονικός Κατάλογος» αποτέλεσε την επιστημονική βάση αναφοράς για τον Εθνικό Κατάλογο. Οι περισσότερες από τις 296 περιοχές που περιλήφθηκαν στο έργο ήταν ήδη προστατευόμενες σε εθνικό, περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο

Χρειάζεται να σημειωθεί ότι στην έκταση των 30.000.000 στρεμμάτων συμπεριλαμβάνονται περί τα 6.000.000 στρέμματα θαλασσίων εκτάσεων και 1.500.000 στρέμματα εσωτερικών υδάτων. Το χερσαίο τμήμα, συμπεριλαμβανομένων και των εσωτερικών υδάτων, εκτιμάται περίπου στο 18,2% της συνολικής γεωγραφικής επιφάνειας της χώρας.

Μια Ομάδα Εργασίας των Υπουργείων ΠΕΧΩΔΕ (Τμήμα Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος και Δ/νση Χωροταξίας) και Γεωργίας (Δ/νση Αισθητικών Δασών, Δρυμών και Θήρας) ανέλαβε τη συγκέντρωση των γνωμοδοτήσεων των διαφόρων αρμόδιων υπηρεσιών, καθώς και την εκπόνηση της τελικής πρότασης. Έτσι στις 22/7/1996 εστάλη στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία το Α' Τμήμα του Εθνικού Καταλόγου με 164 περιοχές προτεινόμενες σαν Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (SCIs), καθώς και 29 Ζώνες Ειδικής Προστασίας (SPAs).

Ακολούθησε σύσταση (προειδοποιητική επιστολή, βάσει του Άρθρου 169 της Συνθήκης του Μάαστριχ) από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την ολοκλήρωση του Εθνικού Καταλόγου και στη συνέχεια η ίδια Ομάδα Εργασίας των Υπουργείων ΠΕΧΩΔΕ και Γεωργίας προχώρησε στην αποστολή (4/4/1997) και του Β' Τμήματος του Εθνικού Καταλόγου με 81 περιοχές ΤΚΣ (SCIs) και 23 ΖΕΠ (SPAs). Μετά από κάποιες μετατροπές ο Εθνικός Κατάλογος έφθασε να περιλαμβάνει 264 περιοχές (230 SCIs και 52 SPAs, περίπου 26.500.000 στρέμματα). Τον Οκτώβριο του 1999 και με βάση τα αποτελέσματα του Α' Βιογεωγραφικού Σεμιναρίου για τη Μεσογειακή Ζώνη, υποβλήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρκετές επιπλέον περιοχές και επεκτάθηκαν τα όρια κάποιων άλλων. Στην παρούσα φάση έχει πλέον οριστικοποιηθεί ο Εθνικός Κατάλογος που περιλαμβάνει συνολικά 150 περιοχές ΖΕΠ (SPAs) και 239 περιοχές ΤΚΣ (SCIs) (ορισμένες από αυτές είναι στο σύνολο τους ή μερικά και περιοχές SPAs). Οι ΖΕΠ που έχουν κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Ελλάδα εντάσσονται αυτόματα βάσει της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ στο Δίκτυο NATURA 2000, χωρίς να συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους ΤΚΣ (SCIs), που θα κριθούν στη δεύτερη φάση της διαδικασίας. Η διαδικασία σύνταξης του Εθνικού Καταλόγου παρουσιάζεται σχηματικά παρακάτω


Σύσταση του Εθνικού Καταλόγου προστατευόμενων περιοχών και του Δικτύου NATURA 2000 στην Ελλάδα




Τα μέτρα προστασίας εντός όλων των προαναφερθέντων περιοχών του Δικτύου NATURA 2000 λαμβάνονται σε επόμενο στάδιο (μετά την επισημοποίηση τους), αν και η υποχρέωση της διαφύλαξης και ο αποκλεισμός εκτέλεσης έργων που θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στους τύπους οικοτόπων και στα είδη της Οδηγίας ισχύει από τη στιγμή που καθορίζονται οι περιοχές κοινοτικής σημασίας (Β' φάση διαδικασίας). Αυτό συμβαίνει διότι σύμφωνα με την εφαρμογή των κριτηρίων του Παραρτήματος III της Οδηγίας, στη Β' φάση της διαδικασίας όλοι οι τόποι των εθνικών καταλόγων, οι οποίοι περιέχουν τύπους οικοτόπων και είδη προτεραιότητας, κατ' αρχήν αξιολογούνται ως προτεινόμενοι Τόποι Κοινοτικής Σημασίας, μέχρι τον οριστικό χαρακτηρισμό τους. Εξαίρεση αποτελούν οι περιοχές ΖΕΠ (SPA), όπου οι υποχρεώσεις των κρατών – μελών για τη λήψη μέτρων προστασίας, είναι άμεσες, από τη στιγμή της θεσμοθέτησης των περιοχών. Η πρόσφατη μάλιστα νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, επεκτείνει τις υποχρεώσεις λήψης μέτρων από τα κράτη – μέλη, ακόμη και για τις περιοχές που παρότι δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ (SPA), πληρούν τα κριτήρια χαρακτηρισμού τους.

Η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ θέτει αυστηρές διαδικασίες για τον έλεγχο των πιθανών επιπτώσεων της οικονομικής ανάπτυξης στις περιοχές του Δικτύου NATURA 2000 (Άρθρο 6) και απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την αποκατάσταση ή/ και τη διατήρηση τους σε «ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης» (Άρθρο 3). Η Οδηγία υποχρεώνει επίσης, τα κράτη μέλη να βελτιώνουν την «οικολογική συνοχή» του Δικτύου NATURA 2000, εξασφαλίζοντας ότι η χωροταξική πολιτική χρήσεων γης, προστατεύει κάποια κύρια χαρακτηριστικά εντός και εκτός των προστατευόμενων περιοχών, ειδικά στους τόπους όπου λειτουργούν ως διάδρομοι ή ενδιάμεσοι σταθμοί μεταξύ των περιοχών (Άρθρο 10). Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το οικολογικό Δίκτυο NATURA 2000 αποτελεί εργαλείο μέγιστης σημασίας για την αναχαίτηση της απώλειας της βιοποικιλότητας στην Ευρώπη.

Λεπτομερης παρουσίαση της εφαρμογής  των οδηγίων στη Ελλάδα και τα μετεπειτα βήματα εδώ


Δραστηριότητες εντός περιοχών Δικτύου ΝΑTURA 2000

· Διαχείριση δασών: Εφόσον εφαρμόζεται κατά κανόνα φυσική, οικολογικά συμβατή δασοπονία, δεν αναμένεται να χρειαστεί ριζική αλλαγή στη διαχείριση των δασών. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα χρειαστεί ενδεχομένως να τοποθετηθούν περιορισμοί στις μεθόδους συγκομιδής ξύλου που δεν είναι φιλικές προς το περιβάλλον και να επαναπροσδιοριστούν τα θέματα σχετικά με τη διάνοιξη των δασικών δρόμων. Επίσης, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε δασικές επεμβάσεις σε περιοχές που ενδιαιτούν απειλούμενα φυτικά και ζωικά είδη (π.χ. θέσεις φωλεοποίησης προστατευόμενων ειδών πουλιών).
· Γεωργία – Κτηνοτροφία: Σε όσες περιοχές γεωργικού χαρακτήρα έχουν ενταχθεί στο Δίκτυο θα πρέπει να αποφεύγεται η αλλαγή των μεθόδων καλλιέργειας. Στις περιοχές εκείνες που περιβάλλουν τους υγροτόπους, η διαχείριση κατευθύνεται προς την προώθηση παραδοσιακών μεθόδων. Προβλήματα μπορούν να δημιουργηθούν και με την τυχόν εγκατάλειψη των ορεινών καλλιεργειών, που οδηγεί στην υποβάθμιση της βιολογικής ποικιλότητας. Για τις περιοχές του Δικτύου NATURA 2000 λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα κατά την εφαρμογή του αγροπεριβαλλοντικού κανονισμού 2078/92/ ΕΟΚ.
· Τουρισμός: Συνήθως οι τόποι του Δικτύου δεν αποτελούν τουριστικά ανεπτυγμένες περιοχές. Με τον έλεγχο τις εσωτερικής ζώνωσης των περιοχών θα προωθηθεί η συμβατή ανάπτυξη ήπιων δραστηριοτήτων αναψυχής και τουρισμού (οικοτουρισμός).
· Αλιεία – Ιχθυοκαλλιέργειες: Τα θέματα αλιείας αναμένεται να αποτελέσουν αντικείμενο ενιαίας κοινοτικής πολιτικής. Η εφαρμογή της Οδηγίας αναμένεται να συνδυαστεί με την προστασία των αλιευτικών πόρων της Μεσογείου και την αειφορική χρήση των ειδών. Η ερασιτεχνική αλιεία και οι παράνομες μέθοδοι παράκτιας αλιείας (π.χ. η χρήση δυναμίτη), θα εξετάζονται με κριτήριο τη διατήρηση των οικοτόπων, αλλά και την εφαρμογή αυστηρής επιτήρησης των παρακτίων τόπων του Δικτύου. Η εγκατάσταση θαλασσίων μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας θα εξετάζεται με κριτήριο τα οικολογικά χαρακτηριστικά κάθε τόπου, αποφεύγοντας την εγκατάσταση στις περιπτώσεις εκείνες που η λειτουργία τους θα οδηγήσει στην υποβάθμιση χερσαίων και υποθαλάσσιων τύπων οικοτόπων κοινοτικού ενδιαφέροντος.
· Μεταλλευτικές – εξορυκτικές δραστηριότητες: Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται απόλυτα από τους χώρους εύρεσης του προϊόντος και επομένως δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν εκ των προτέρων. Όμως εξαιτίας του γεγονότος ότι επιφέρουν σημαντική αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος, θα πρέπει να αποφεύγεται η έγκριση τους στις εκτάσεις που καταλαμβάνουν τύποι οικοτόπων και ενδιαιτήματα ειδών της Οδηγίας.
· Κυνήγι: Εάν η θήρα είχε θεωρηθεί ως καταρχήν ασυμβίβαστη χρήση με τους σκοπούς του Δικτύου, οι σχετικές Οδηγίες 79/409 και 92/43 θα το είχαν απαγορεύσει ρητά. Απαγόρευση της θήρας μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο σε περιπτώσεις διατάραξης των ειδών

Χάρτης περιοχών Νατουρα

Σχόλια